ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ: …

ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ:

Τα κύρια μειονεκτήματα της Ελλάδας, τα τεράστια πλεονεκτήματα της, το συνολικό χρέος επιλεγμένων χωρών, η καταλυτική σημασία του, η ανάγκη ύπαρξης κρατικών ισολογισμών και η ελληνική ιδιαιτερότητα

Του Βασίλη Βιλάρδου *

Έχουμε την έποψη ότι, μόνο ένας περιορισμένος αριθμός Ελλήνων είναι σχεδόν απόλυτα πεπεισμένος, σε σχέση με το ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα συγκριτικά μικρότερα οικονομικά προβλήματα, μεταξύ των «δυτικών» κρατών – όπως επίσης τα πλέον «προσιτά» στην επίλυση τους. Γνωρίζοντας όμως πως το συνολικό χρέος μας (δημόσιο και ιδιωτικό), είναι από τα χαμηλότερα στις ανεπτυγμένες Οικονομίες,  πιστεύουμε ότι, εάν η κυβέρνηση μας:

(α)  κατόρθωνε να δημιουργήσει έγκαιρα ένα σταθερό, ορθολογικό «επενδυτικό πλαίσιο», (απορρίπτοντας αμέσως το «ΔΝΤ-πρόγραμμα χρεοκοπίας», όπως και το «μνημόνιο» – τη σύμβαση υποτέλειας καλύτερα),  καθώς επίσης

(β)  να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των Πολιτών της (άρθρο μας: Η ΕΧΘΡΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η αίσθηση ότι επικρατεί το Δίκαιο, η εξάλειψη της συγκριτικής φτώχειας, η καταπολέμηση της αλαζονείας και η ισότιμη αντιμετώπιση όλων, απέναντι στους κοινούς κανόνες συμβίωσης, είναι οι βασικότερες προϋποθέσεις δημιουργίας «κοινωνικών» συνειδήσεων  25/12/2009).

Αφενός μεν θα λύναμε πολύ γρήγορα τα προβλήματα μας, προφανώς χωρίς καμία «ΔΝΤ-βοήθεια», αφετέρου η Ελλάδα θα γινόταν μία από τις καλύτερες χώρες του κόσμου (άρθρο μας: Πολιτική και Οικονομία: Πως θα μπορούσε να γίνει η Ελλάδα η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη χώρα της Ευρώπης;  30/5/2009).

Ίσως ελάχιστοι από εμάς συνειδητοποιούν ότι μία μικρή χώρα, όπως η δική μας, διαθέτει τη μεγαλύτερη, καθώς επίσης την ικανότερη ναυτιλία του κόσμου – η οποία δυστυχώς, μόνο εν μέρει «συμβάλλει» στην Οικονομία μας. Επίσης, λίγοι κατανοούν τη «δυναμική» του Ελληνικού τουρισμού, ο οποίος συνδυάζει εκατοντάδες πανέμορφα νησιά, εξαιρετικές ακτές, υπέροχα ορεινά τοπία, τεράστια πολιτισμική κληρονομιά και ένα σχεδόν ιδανικό κλίμα – «στερούμενος» ουσιαστικά κάθε είδους ανταγωνισμού.

Για παράδειγμα, όσο ισχυρή και αν είναι η Γερμανία, θα έχει πάντοτε το φόβο του ανταγωνισμού εκ μέρους της Κίνας ή άλλων χωρών, ενώ ταυτόχρονα θα εξαρτάται από τα «ενεργειακά» και λοιπά «αποθέματα» τρίτων. Αντίθετα, η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό της Κίνας στον τουρισμό της, ενώ δεν είναι δυνατόν να βρεθεί αντιμέτωπη με ενεργειακά προβλήματα, αντίστοιχα με αυτά της βιομηχανικής Γερμανίας.

Όσον αφορά δε τη γεωργία της, εάν επικεντρωθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στα βιολογικά και παραδοσιακά προϊόντα (σε καμία περίπτωση στα μεταλλαγμένα, τα οποία, εκτός των άλλων, δημιουργούν εξαρτημένους από τις πολυεθνικές αγρότες), δεν πρόκειται ποτέ να συναντήσει προβλήματα στη διάθεση τους – πόσο μάλλον όταν τα τρόφιμα θα αποτελέσουν μία από τις πλέον κερδοφόρες επενδύσεις του μέλλοντος.

Τέλος, εάν οι τρείς παραπάνω βασικοί πυλώνες της Οικονομίας μας λειτουργούσαν αρμονικά με τους υπόλοιπους (κατασκευές, ορυκτός πλούτος, χρηματοοικονομικά κλπ), θα μπορούσαν όχι μόνο να επιλύσουν τα προβλήματα της Ελλάδας, αλλά, πολύ περισσότερο, να την «εκτοξεύσουν» στην πρώτη θέση της Ευρώπης.      

Βέβαια, όταν σε μία χώρα η φορολογία αυξάνεται από το 25% στο 45% μέσα σε ένα χρόνο, ξαφνικά και απροειδοποίητα, ελάχιστοι επιχειρηματίες τολμούν πλέον να επενδύσουν – πολύ περισσότερο, όταν αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν την τεράστια γραφειοκρατία, τη διαπλοκή τη διαφθορά ή ένα «αποδυναμωμένο» Κράτος Δικαίου, με μάλλον ιδιάζουσες «λειτουργικές» αντιλήψεις. Προφανώς, κανένας επιχειρηματίας δεν θα ανεχόταν ευχάριστα έναν «συνέταιρο», με μερίδιο 45% – χωρίς δικό του κεφάλαιο, χωρίς ευθύνες και προσωπική εργασία.  

Περαιτέρω, όταν οι Πολίτες ενός κράτους «κατακλύζονται» καθημερινά από υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς, σε συνδυασμό με την πλήρη ατιμωρησία των «συντελεστών» τους, ενώ σπάνια ενημερώνονται αντικειμενικά από τα ΜΜΕ της χώρας τους, είναι αδύνατον να εμπιστευθούν ποτέ την κυβέρνηση τους. Επίσης, εάν δεν λαμβάνουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες από τη χώρα τους (παιδεία, υγεία κλπ), ανάλογες με τη φορολόγηση τους, είναι μάλλον απίθανο να αναπτύξουν κάποτε την απαιτούμενη «φορολογική συνείδηση» – ενώ είναι δύσκολο να τους επιβληθεί «αστυνομικά», όπως συμβαίνει στις «πειθαρχημένες» βόρειες ευρωπαϊκές χώρες. 

Όμως, μόνο εάν οι επιχειρηματίες επενδύσουν, θα μεταφερθούν «εποικοδομητικά» οι αναγκαίοι πόροι από το δημόσιο, στο ιδιωτικό χρέος, «εξισορροπώντας» τη διαφορά (άρθρο μας: ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΛΟΥΤΟΥ: Οι κίνδυνοι της βιαστικής υιοθέτησης ενός λανθασμένου «αναδιανεμητικού» τρόπου κοινωνικής οργάνωσης, σε περίοδο ύφεσης L, σε μη ανταγωνιστικές, σε υπερχρεωμένες, σε «διαρθρωτικά» βαριά ασθενείς και σε μη εκπαιδευμένες «κεφαλαιοκρατικά» Οικονομίες  15/11/2009).

Επίσης, μόνο εάν οι Πολίτες αποκτήσουν εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση τους, θα αγοράσουν Εθνικά Ομόλογα, «διαγράφοντας» άμεσα την εξάρτηση της Ελλάδας από τους ξένους δανειστές της – ενώ οι τόκοι των 12 δις €, οι οποίοι δυστυχώς πληρώνονται σήμερα στο εξωτερικό, θα κατευθύνονταν στο εσωτερικό της χώρας μας (αυξάνοντας ανάλογα τη Ζήτηση-ΑΕΠ και καταπολεμώντας επιτυχώς το στασιμοπληθωρισμό, ο οποίος μας απειλεί τα μέγιστα, σαν αποτέλεσμα των ΔΝΤ-μέτρων που ελήφθησαν).

Φυσικά, οι δύο παραπάνω προϋποθέσεις «μεταφοράς» του χρέους (πόσο μάλλον η φορολογική συνείδηση), απαιτούν τη σωστή διαχείριση του δημοσίου πλούτου, την εξάλειψη της διαφθοράς, τον περιορισμό της κρατικής σπατάλης, ένα σταθερό «πλαίσιο» επιχειρηματικής δραστηριότητας, καθώς επίσης την λειτουργία ενός πραγματικού Κράτους Δικαίου. Επομένως, είναι δυνατόν να επιτευχθούν μόνο από μία ανεξάρτητη, έντιμη, ικανή και «λειτουργική» κυβέρνηση, η οποία θα κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων των Πολιτών της.

Στην θεωρητική αυτή περίπτωση, οι Έλληνες επιχειρηματίες θα αναλάμβαναν (μεταφορικά) ένα μέρος του δημοσίου χρέους, επενδύοντας, ενώ οι Έλληνες καταθέτες θα αγόραζαν, με ένα ποσοστό των αποταμιεύσεων τους (υπολογίζονται άνω των 200 δις €), ομόλογα – «εκδιώκοντας» τους ξένους «κατακτητές» και επανακτώντας την εθνική τους κυριαρχία.

Για να τεκμηριώσουμε τη θέση μας, παραθέτουμε τον Πίνακα Ι, από τον οποίο είναι εμφανές το τεράστιο Ελληνικό πλεονέκτημα (όπως επίσης το πρόβλημα υπερχρέωσης της δύσης):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Συνολικό χρέος 2008 επιλεγμένων κρατών, σε σχέση (%) με το ΑΕΠ

Χώρα

Συν.Χρέος

Τράπεζες

Επιχειρήσεις

Νοικοκυριά

Δημόσιο

           
Βρετανία

469

202

114

101

52

Ιαπωνία

459

108

96

67

188

Ισπανία

342

75

136

85

47

Ν. Κορέα

331

108

115

80

37

Ελβετία

313

84

75

118

37

Γαλλία

308

81

110

44

73

Ιταλία

298

77

81

40

101

Η.Π.Α.

290

56

78

96

60

Γερμανία

274

76

66

62

69

Καναδάς

245

47

54

84

60

Ελλάδα*

230

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κίνα

159

18

96

12

32

Βραζιλία

142

33

30

13

66

Ινδία

129

11

42

10

66

Ρωσία

71

16

40

10

5

 

 

 

 

 

 

Ιρλανδία*

700

 

 

 

 

Ισλανδία*

1.189

 

 

 

 

Πηγή: McKinsey Global Institute   

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

* Δεν έχουμε στη διάθεση μας αναλυτικά στοιχεία, υπάρχει όμως το σύνολο.

Σημείωση 1: Τα μεγέθη έχουν σε κάποιο βαθμό διαφοροποιηθεί το 2009, όπως έχουμε αναφέρει σε πίνακες προηγουμένων άρθρων μας

Σημείωση 2: Το ιδιωτικό χρέος είναι το σύνολο του χρέους των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, εκτός του δημοσίου.  

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα Ι, η Ελλάδα, με συνολικό χρέος 230% του ΑΕΠ της το 2008, ήταν σε καλύτερη θέση από όλες τις «δυτικές» Οικονομίες – μη εξαιρουμένου ακόμη και του Καναδά. Σε σχέση δε με την Ιρλανδία (πρόβλημα τραπεζών και ακινήτων), με την Ισλανδία (χρεοκοπία τραπεζών) ή με την Ισπανία (ανεργία 20%, τεράστια προβλήματα τραπεζών, ακινήτων κλπ), ευρίσκεται σε μία απίστευτα πλεονεκτική θέση.

Εδώ οφείλουμε να σημειώσουμε ξανά ότι, η χρεοκοπία μίας χώρας δεν οφείλεται αποκλειστικά στη σχέση του δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ της. Ένα κράτος μπορεί να πτωχεύσει, έχοντας χαμηλότερο του 50% χρέος προς το ΑΕΠ του, εάν απλά δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του – κατ’ επέκταση, εάν δεν έχει τη δυνατότητα σύναψης δανείων, η οποία προϋποθέτει την εμπιστοσύνη των δανειστών (κάτι που πολύ σύντομα θα επιδεινωθεί περαιτέρω – άρθρο μας: Το ελιξίριο του καπιταλισμού : Ο άγριος πόλεμος για την εξασφάλιση του πολυτιμότερου εμπορεύματος στον κόσμο, απειλεί με την καταστροφή χιλιάδες επιχειρήσεις, αδύναμα κράτη και χρεωμένους καταναλωτές  27/6/2009 ).

Συνεχίζοντας, ειδικά όσον αφορά τον προβληματισμό «δημόσιο χρέος-συνολικό χρέος», είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι κατά κανόνα, στο «βαθμό χρέωσης» ενός κράτους, δεν υπολογίζονται καθόλου τα περιουσιακά στοιχεία ή οι απαιτήσεις του έναντι τρίτων – αλλά μόνο ο δανεισμός του, σε σχέση με το παραγόμενο προϊόν (ΑΕΠ). Δηλαδή, όσον αφορά το ποσοστό δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ, «δείκτης» με τον οποίο «αξιολογούνται» τα κράτη, έχουμε το παρακάτω «παράδοξο» γεγονός (Πίνακας ΙΙ):

 ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Παράδειγμα αξιολόγησης κρατών

Κράτος

ΑΕΠ

Χρέος

Χρέος/ΑΕΠ

Πάγια

Αξιολόγηση

 

         

Χώρα Α

300

300

100%

300,00

Μέτρια

Χώρα Β

300

300

100%

0,00

Μέτρια

Χώρα Γ

300

200

66%

0,00

Εξαιρετική

Χώρα Δ

300

200

66%

300,00

Εξαιρετική

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, οι χώρες Α και Β αντιμετωπίζονται εξ ίσου, σε σχέση με το βαθμό χρέωσης τους, παρά το ότι η πρώτη διαθέτει πάγια περιουσία ύψους 300 δις, ενώ η δεύτερη καθόλου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις χώρες Γ και Δ, αν και διακρίνουμε μία τεράστια διαφορά στα πάγια περιουσιακά στοιχεία τους. Πολλές φορές μάλιστα τα περιουσιακά στοιχεία μίας υπερχρεωμένης χώρας, όχι μόνο δεν συνιστούν «ελαφρυντικά» του χρέους της αλλά, αντίθετα, προσελκύουν «επιθετικά» δανειστές (τοκογλύφους), οι οποίοι επιθυμούν να τα αγοράσουν σε εξευτελιστικές τιμές – λεηλατώντας στην κυριολεξία το ανήμπορο να αντισταθεί κράτος.  

Μία αντίστοιχα «παράδοξη» αντιμετώπιση, διαπιστώνεται όσον αφορά το συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, γεγονός που φαίνεται από τον κατωτέρω Πίνακα ΙΙΙ:  

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό – Προβλέψεις 2010

Χώρα

Συνολικό Χρέος*

Δημόσιο Χρέος**

Ιδιωτικό Χρέος

       
Ελλάδα

252%

128,90

123,1%

Γερμανία

285%

76,70

208,3%

Ιταλία

315%

116,70

198,3%

Γαλλία

323%

82,50

240,5%

Πορτογαλία

323%

84,60

238,4%

Μ. Βρετανία

466%

80,00

386,0%

Πηγή: Συνδυασμός στοιχείων από Κομισιόν, McKinsey Global Institute και μελέτη της Deutsche Bank, σύμφωνα με την οποία το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας είναι 123% του ΑΕΠ, ενώ της Πορτογαλίας 239%

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

*    Δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό

**   Πρόβλεψη 2010

Όπως φαίνεται καθαρά από τον Πίνακα ΙIΙ, το προβλεπόμενο συνολικό χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) της Ελλάδας, θα παραμείνει πολύ χαμηλότερο, από το αντίστοιχο των υπολοίπων επιλεγμένων κρατών – τα οποία όμως έχουν καλύτερη αξιολόγηση από τη χώρα μας. Η «διαστρέβλωση» αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Μ. Βρετανία (αξιολόγηση ΑΑΑ), το συνολικό χρέος της οποίας υπολογίζεται στο 466% του ΑΕΠ, ενώ ταυτόχρονα η δημόσια περιουσία της είναι σχεδόν μηδενική.

Η Ελλάδα, συγκριτικά, έχοντας συνολικό χρέος 252% του ΑΕΠ της, καθώς επίσης δημόσια περιουσία (ακίνητα, επιχειρήσεις) που πλησιάζει τα 350 δις € (145% του ΑΕΠ), ευρίσκεται σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση. Εν τούτοις, η πρόσφατη αξιολόγηση της ήταν ΒΒ+, γεγονός που σημαίνει ότι τοποθετείται 10 ολόκληρες θέσεις χαμηλότερα από τη Βρετανία.

Συμπερασματικά λοιπόν, ο δείκτης του δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ, δεν είναι αξιόπιστος – τουλάχιστον όσον αφορά τις συγκρίσεις των κρατών μεταξύ τους, καθώς επίσης τον πραγματικό (όχι «διαχειριστικό») κίνδυνο χρεοκοπίας τους. Ακριβώς για το λόγο αυτό το χρέος, σε σχέση με το ΑΕΠ, «συμπληρώνεται» στις αξιολογήσεις από το «δείκτη» των ετήσιων ελλειμμάτων του προϋπολογισμού. Τα ελλείμματα αυτά, οι ζημίες δηλαδή, υποδηλώνουν ουσιαστικά την αδυναμία των «παγίων» περιουσιακών στοιχείων μίας χώρας (δημόσιες επιχειρήσεις, λιμάνια, αεροδρόμια κλπ) να λειτουργήσουν κερδοφόρα – όχι υποχρεωτικά, αλλά λόγω της ανεπάρκειας αυτών που τα διαχειρίζονται (management).

Εν τούτοις, θα έπρεπε να συνυπολογίζεται στις αξιολογήσεις και ο δείκτης του ιδιωτικού χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ, εάν θα θέλαμε να έχουμε μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα των μεγεθών ενός κράτους. Επίσης, τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία δαπανήθηκαν πόροι του κρατικού προϋπολογισμού, επί σειρά ετών – ενώ θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κερδοφόρα, κάτω από άλλες διοικήσεις. 

Πιθανολογούμε βέβαια ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται, επειδή φαίνεται να αντιτίθεται στην απαίτηση του διεθνούς κερδοσκοπικού κεφαλαίου, για πλήρες άνοιγμα και ιδιωτικοποίηση των πάντων, καθώς επίσης για ολοκληρωτική υποταγή στις δέκα εντολές του «συστήματος» (άρθρο μας: ΟΙ ΣΥΝΔΙΚΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ: Το κυριαρχικό δόγμα του αμερικανικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ΔΝΤ, οι κρυφές «παγίδες» του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και οι κίνδυνοι για την Ελλάδα  14/3/2010). Διαφορετικά δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε το λόγο, για τον οποίο δεν εφαρμόζεται στο δημόσιο τομέα ή ίδια μέθοδος, με αυτήν του ιδιωτικού – δηλαδή, αξιολόγηση στηριζόμενη σε ετήσιους κρατικούς Ισολογισμούς, στους οποίους θα καταγράφεται αναλυτικά τόσο το ενεργητικό, όσο και το παθητικό μίας χώρας, με αποσβέσεις παγίων κλπ. 

Για όσο χρονικό διάστημα κάτι τέτοιο δεν γίνεται, όταν δηλαδή δεν καταρτίζονται Ισολογισμοί κρατών, οι συγκρίσεις μεταξύ τους δεν είναι σε καμία περίπτωση «αξιόπιστες». Για παράδειγμα, πως είναι δυνατόν να αξιολογήσει κανείς μία χώρα αναπτυσσόμενη, η οποία δεν διαθέτει παρά ελάχιστα έργα υποδομής, με βάση μόνο το δημόσιο χρέος της, σε σχέση με το ΑΕΠ της; Επίσης, πως μπορεί να συγκρίνει κάποιος δύο αναπτυγμένες χώρες, με κριτήριο τον ίδιο «δείκτη», όταν η κρατική διοίκηση της μίας εκ των δύο δεν έχει απλά την ικανότητα να διαχειρισθεί σωστά (κερδοφόρα) τα περιουσιακά της στοιχεία, ενώ η άλλη δεν διαθέτει απολύτως τίποτα ή, έστω, πολύ λιγότερα;      

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να επιλύσει σχετικά εύκολα τα προβλήματα της – για παράδειγμα ως εξής:

(α)  Με τις προβλέψεις 2010 (Πίνακας ΙΙΙ), το δημόσιο χρέος θα είναι περίπου 129% του ΑΕΠ – οπότε το ιδιωτικό 123% του ΑΕΠ (240 δις € ΑΕΠ). Εάν λοιπόν οι Έλληνες επιχειρηματίες (τράπεζες κλπ) επένδυαν το 40% του ΑΕΠ σε κρατικά περιουσιακά στοιχεία (θεωρητικά), τότε το δημόσιο χρέος θα περιοριζόταν στο 89% του ΑΕΠ – ενώ το ιδιωτικό θα αυξανόταν στα 163% του ΑΕΠ (στα επίπεδα του Καναδά). Σε μία τέτοια περίπτωση, η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα ήταν σχετικά ικανοποιητική, οπότε η πιστοληπτική της ικανότητα (αξιολόγηση) θα επανερχόταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Επομένως, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα δανεισμού ή «εμπλοκής» του ΔΝΤ στα εσωτερικά της – πόσο μάλλον εάν απευθυνόταν για δανεισμό σε νέες «πηγές» (Κίνα, Ρωσία, Αραβία κλπ). 

(β)  Με δημόσιο χρέος στο 89% του ΑΕΠ, απέναντι στο οποίο ευρίσκονται ανάλογα περιουσιακά στοιχεία, η Ελλάδα θα χρειαζόταν δάνεια ύψους 214 δις €. Εάν οι Έλληνες Πολίτες αγόραζαν το 50% αυτών των δανείων (ομόλογα δημοσίου), τότε θα απαιτούνταν μόλις 107 δις € από τις «αγορές» – ενώ οι καταθέσεις τους στις τράπεζες θα συνέχιζαν να είναι ικανοποιητικές (πάνω από 100 δις €), ακόμη και αν έπρεπε να μειωθεί ο υπερβολικός αριθμός των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα.   

Φυσικά, η χώρα θα έπρεπε πλέον να λειτουργεί με ελλείμματα κάτω του 3%, έτσι ώστε να μην αυξάνεται το δημόσιο χρέος της – αν όχι να εξοφλείται σταδιακά (πλεονάσματα). Κατά την άποψη μας, υπό προϋποθέσεις, η δυνατότητα αυτή είναι  απόλυτα εφικτή – πόσο μάλλον όταν «συνοδευθεί» από μία υγιή φορολογική συνείδηση, με βάση την οποία θα αυξανόταν τα δημόσια έσοδα  (άρθρο μας: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Η ανάγκη περιστολής των κρατικών δαπανών, η «συγκράτηση» των αμοιβών, η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, η κερδοφορία των εθνικών επιχειρήσεων, ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων και οι απαιτήσεις μας από την ΕΕ  30/1/2010).  

Κλείνοντας, είναι μάλλον σκόπιμο να αναφέρουμε ότι, το τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελλάδας επισημαίνεται ακόμη και από τον διεθνή Τύπο. Σύμφωνα με αυτόν: «Η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Ισπανία, ευρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με ένα υπερχρεωμένο δημόσιο – ενώ όλοι οι άλλοι οικονομικοί «συντελεστές» της είναι ελάχιστα δανεισμένοι. Το συνολικό χρέος της Ελλάδας, ανερχόμενο στο 230% του ΑΕΠ της, είναι χαμηλότερο ακόμη και από αυτό της Γερμανίας (274%). Θεωρητικά, θα μπορούσε η χώρα να διασωθεί πολύ εύκολα, από τους επιχειρηματίες και τους Πολίτες της. Όμως, πόσο μεγάλη θα είναι η διάθεση τους για νέες επενδύσεις, όταν τους έχουν επιβληθεί τέτοια αντιαναπτυξιακά μέτρα εξοικονόμησης πόρων και υψηλής φορολόγησης;»    

 Βασίλης Βιλιάρδος (copyright), Αθήνα, 17. Ιουνίου 2010, viliardos@kbanalysis.com                                            

* Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου.

 

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.