Ληστρικό χρέος: ή πληρώνεις ή δεν πληρώνεις

Ή πληρώνεις ή… δεν πληρώνεις

 

Του Δημήτρη Καζάκη*

 

 

Ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει. Το ομολογούν πια ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του. «Κάτι άλλο πρέπει να γίνει» λένε οι πιο… ταγμένοι απολογητές της τρόικας.

Άλλοι προτείνουν ανοιχτά την αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας, εντός φυσικά του ευρώ.

Άλλοι ανακάλυψαν την… «ανάταξη του χρέους», που υποτίθεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από την αναδιάρθρωση, έστω κι αν στην πραγματικότητα οι αγορές χρησιμοποιούν την έννοια αυτή για να αποδώσουν το ίδιο ακριβώς πράγμα.

Άλλοι πάλι ανέσυραν την ιστορία του ευρωομολόγου. Όλα αυτά βέβαια έχουν τον ίδιο κοινό παρονομαστή: την ελεγχόμενη ή συντεταγμένη πτώχευση της χώρας.

Οι δυστυχέστεροι όμως όλων είναι όσοι διεξάγουν «αντιμνημονιακό» αγώνα χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μας πουν τι θα κάνουν με το δημόσιο χρέος.

Θα έχετε προφανώς δει όλους τους επιφανείς υποψηφίους του «αντιμνημονιακού» αγώνα να ζητούν την ψήφο σας. Όλοι, από τους εκλεκτούς της Ν.Δ. έως τους υποψηφίους της επίσημης Αριστεράς και τους «διαφωνούντες» του ΠΑΣΟΚ, εκτοξεύουν μύδρους εναντίον του μνημονίου. Αλλά μέχρι εκεί. Όταν η συζήτηση έρχεται στο διά ταύτα, τότε τα πράγματα αλλάζουν.

Οι εκπρόσωποι της Ν.Δ. καταφεύγουν σε ανέκδοτα περί μηδενισμού του ελλείμματος, για να κρύψουν ότι είναι υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ελεγχόμενης πτώχευσης της χώρας. Οι άλλοι σφυρίζουν αδιάφορα.

Ορισμένοι ανάγουν τα πάντα στη Δευτέρα Παρουσία της δικής τους χίμαιρας, όπου όλα τα βάσανα του λαού θα βρουν την οριστική λύση τους. Όλα τ’ άλλα ας γίνουν στάχτη και μπούρμπερη, για να μάθει ο λαός πως το μόνο που έχει να κάνει σήμερα είναι να τους ψηφίζει και να τους ακολουθεί τυφλά.

Οι υπόλοιποι είναι σίγουροι ότι μέσα στα ίδια πλαίσια της Ε.Ε. και του ευρώ που μας επέβαλαν το μνημόνιο και τη χρεοκοπία αυτοί θα εφαρμόσουν αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, θα κρατικοποιήσουν τις τράπεζες και θα προχωρήσουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Και μετά ξύπνησαν. Ή, μάλλον, θα ξυπνήσουν άγαρμπα μετά τις εκλογές.

Όλα αυτά γίνονται για να κρύψουν ότι δεν έχουν καμία πρόταση ουσιαστικά διαφορετική από την κυρίαρχη λογική που εφαρμόζεται μέσω του μνημονίου. Ό,τι και να λένε, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν και παραμένει ένα: Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος; Όσο κι αν αποφεύγουν να απαντήσουν, όσο κι αν αναζητούν διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό» αγώνα, το ερώτημα αυτό θα συνεχίζει να τους στοιχειώνει. Και σ’ αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

 

 

Νέο καρφί στο φέρετρο

 

Το αδιέξοδο που βιώνει ο λαός μας, η χρεοκοπία στην οποία έχει οδηγηθεί το κράτος και η χώρα δεν οφείλεται στο μνημόνιο, αλλά στην αξιωματική παραδοχή ότι η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει πάση θυσία να πληρώνει ένα χρέος από τη φύση του καταχρηστικό, προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας. Ένα χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί χωρίς να αναζητά το κράτος διαρκώς νέα δάνεια από τη διεθνή αγορά για να πληρώσει τα παλιά. Είναι ποτέ δυνατόν να ξεφύγει από τη χρεοκοπία κάποιος που πρέπει διαρκώς να δανείζεται για να πληρώνει παλιότερα δάνεια;

Επομένως, το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τι θα γίνει με το μνημόνιο. Ούτε αν θα υπάρξει νέο μνημόνιο μεγαλύτερης διάρκειας. Το αληθινό πρόβλημα είναι πώς θα γίνει να απαλλαγούν η χώρα και ο λαός της από το άχθος αυτού του δημόσιου χρέους. Διότι όσο συνεχίζει να αναγνωρίζει το χρέος αυτό ως δικό της, όσο συνεχίζει να το εξυπηρετεί, τόσο θα εντείνονται τα αδιέξοδα και θα δοκιμάζεται η επιβίωσή της. Είτε υπάρχει μνημόνιο είτε δεν υπάρχει.

Ποιο είναι το ζητούμενο του μνημονίου; Να εφαρμοστούν τέτοιες περιοριστικές πολιτικές και «διαρθρωτικές αλλαγές» που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να κερδίσει ξανά – όπως λέει και ξαναλέει η κυβέρνηση – την εμπιστοσύνη των αγορών. Για να κάνει τι; Να ξαναβγεί στις αγορές με σκοπό να δανειστεί με υποφερτούς όρους και επιτόκια.

Γιατί πρέπει να ξαναβγεί στις αγορές; Για να αναχρηματοδοτήσει το δημόσιο χρέος της. Δηλαδή για να βρει νέα δάνεια προκειμένου να εξυπηρετήσει τα παλιά. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που η Ελλάδα χρειάζεται τις διεθνείς αγορές ομολόγων. Γιατί αυτό δεν αποτελεί ομολογία χρεοκοπίας;

Αν κάποιος έχει βρεθεί στην ανάγκη να δανείζεται για να εξυπηρετεί τα χρέη του, τι είναι αυτό που θα πρέπει να τον ενδιαφέρει; Να βρίσκει διαρκώς νέα δάνεια ώστε να παρατείνει την αδιέξοδη κατάστασή του ή να τελειώνει μια και καλή με το σύνολο των χρεών του; Η κυβέρνηση, όπως και οι οπαδοί των διαφόρων παραλλαγών αναδιάρθρωσης του χρέους, έχουν στόχο το πρώτο. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κάθε νέο δάνειο που συνάπτει η χώρα στην κατάσταση υπερχρέωσης που βρίσκεται είναι ένα ακόμη καρφί στο φέρετρό της.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία έπειτα από μια δεκαετία εξαιρετικά ευνοϊκής προσφυγής στις διεθνείς αγορές ομολόγων, όπου με μέσο σταθμικό ετήσιο κόστος της τάξης του 4% οι επενδυτές κεφαλαίου και οι τράπεζες αγόραζαν ελληνικά ομόλογα ουσιαστικά στα τυφλά. Σ’ αυτό το διάστημα το συνολικό δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε κατά 153 δισ. ευρώ, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκε. Χρειάστηκε η παγκόσμια κρίση για να αποκαλυφθεί σ’ όλο της το μεγαλείο η χρεοκοπία της χώρας.

Η εφαρμογή του μνημονίου δεν οδήγησε απλώς σε μια δραστική αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου υπέρ των δανειστών της χώρας, αλλά δημιουργεί νέα μεγαλύτερα χρέη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση των ελεγκτών του ΔΝΤ, ο κρατικός προϋπολογισμός, εκτός όλων των άλλων, εμφανίζει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Κι αυτό λόγω κυρίως των αυξημένων αναγκών στήριξης των ντόπιων τραπεζών.

Ακόμη, το πρόβλημα εσόδων που αντιμετωπίζει ήδη ο κρατικός προϋπολογισμός έκανε τον κ. Παπακωνσταντίνου να ομολογήσει σε συνέντευξή του στην Bloomberg TV (15.9) ότι «ενδέχεται να έχουμε κάποια υστέρηση στα έσοδα γιατί η χώρα είναι σε ύφεση». Έτσι επινόησε το ομόλογο της διασποράς, που η κυβέρνηση προτίθεται να πουλήσει σε Έλληνες του εξωτερικού κάνοντας έκκληση στον πατριωτισμό τους. Πρόκειται για λύση απελπισίας.

Το ίδιο και η πρακτική που εισήγαγε η κυβέρνηση με τη μηνιαία έκδοση τριμηνιαίων και εξαμηνιαίων έντοκων γραμματίων ώστε να βρει τα πολυπόθητα έσοδα και να καλύψει τις αυξανόμενες «μαύρες τρύπες». Έτσι, στις 14.9 πούλησε εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια αξίας 1,17 δισ. ευρώ σε επενδυτές – κυρίως τράπεζες του εσωτερικού – με επιτόκιο που έφτασε το 4,82%. Ενώ στις 21.9 πούλησε τριμηνιαία έντοκα γραμμάτια συνολικής αξίας 390 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 3,98%. Αν και σ’ αυτήν την έκδοση εκδήλωσαν ενδιαφέρον κάποιοι ξένοι θεσμικοί επενδυτές, ο κύριος όγκος αγοράστηκε πάλι από τράπεζες του εσωτερικού.

Οι θριαμβολογίες για την υπερπροσφορά που εμφανίστηκε, αλλά και την οριακή μείωση του επιτοκίου των τριμηνιαίων εντόκων σε σχέση με την προηγούμενη φορά, δεν μπορεί να κρύψουν τη δεινή θέση ενός κράτους το οποίο αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα ρευστότητας ώστε αναγκάζεται να δανειστεί με βραχυπρόθεσμους τίτλους σε τακτική βάση. Πράγμα που συνιστά εξαιρετικά επαχθή τρόπο δανεισμού. Κι αυτό διότι το ετήσιο κόστος για τα εξαμηνιαία έντοκα γραμμάτια φτάνει το 10%, ενώ για τα τριμηνιαία ξεπερνά το 16%!

 

Θανατηφόρο… φάρμακο

 

Μπορεί να συνεχιστεί έτσι αυτή η κατάσταση; Και βέβαια όχι. Διότι η πηγή του προβλήματος, ο κύριος λόγος που οδηγηθήκαμε στην υπερχρέωση και τη χρεοκοπία, δεν είναι το κρατικό έλλειμμα ούτε η «έλλειψη εμπιστοσύνης των αγορών». Η κύρια πηγή του δημόσιου χρέους είναι τα παραγωγικά και εξωτερικά ελλείμματα της ελληνικής οικονομίας, τα οποία τη δεκαετία του ευρώ εκτινάχθηκαν στα ύψη και δημιούργησαν αυτό που επίσημα αποκαλείται «κρίση ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας.

Αυτό πλέον αναγνωρίζεται από κάθε σοβαρό αναλυτή της σημερινής κρίσης, ακόμη κι όταν δουλεύει για την… ΕΚΤ. Για παράδειγμα, σε μια πρόσφατη ανάλυση του προβλήματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών από μια ομάδα οικονομολόγων της ΕΚΤ διαπιστώθηκε η ζοφερή επιδείνωσή του κατά τη διαδικασία ένταξης στο ευρώ και κατόπιν:

«Στην τελευταία υποπερίοδο 1999-2007 παρατηρήθηκε σημαντικό άνοιγμα και επιμονή του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό με τη σειρά του ανέδειξε το ζήτημα της εξωτερικής αειφορίας της Ελλάδας, στα πλαίσια της δυνατότητας η οικονομία της να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμα τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις του εξωτερικού χρέους της…

Ένα από τα κύρια ευρήματα είναι το γεγονός ότι η χρηματοπιστωτική φιλελευθεροποίηση που συνέβη στη δεκαετία του 1990 και η διαδικασία της νομισματικής ολοκλήρωσης, που οδήγησε στην υιοθέτηση του ευρώ το 2001, είχαν αποτέλεσμα μια αξιοσημείωτη πιστωτική επέκταση και πτώση στις ιδιωτικές αποταμιεύσεις, συμβάλλοντας σε μια δραστική χειροτέρευση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Στην κατοπινή περίοδο της ένταξης στην Ευρωζώνη η πιστωτική επέκταση και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα» (Current account determinants and external sustainability in periods of structural change, by Sophocles N. Brissimis, George Hondroyiannis, Christos Papazoglou, Nicholas T. Tsaveas and Melina A. Vasardani, Working Paper Series, Νο 1243/ September 2010).

Με απλά λόγια, η πολιτική φιλελευθεροποίησης που ακολουθήθηκε για την προετοιμασία της χώρας για την ένταξη στο ευρώ, καθώς και αυτή καθαυτή η ένταξη εκτίναξαν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Κι αυτό επειδή η σχέση μας με το ευρώ οικοδομήθηκε στη βάση της διαρκούς συμπίεσης των λαϊκών εισοδημάτων και στην αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που εκτινάχθηκαν τα εξωτερικά ελλείμματα.

Ταυτόχρονα ενισχύθηκε η κερδοσκοπία μέσω της χρηματοπιστωτικής επέκτασης, που συνέβαλε καθοριστικά στην εκτίναξη του δημόσιου χρέους και στη χρεοκοπία της χώρας. Το δράμα είναι ότι η ίδια πολιτική που μας έφερε σε αυτήν την κατάσταση μας επιβλήθηκε, μέσω του μνημονίου, ως αναγκαία λύση για την έξοδο απ’ αυτήν. Η ίδια πολιτική, μόνο σε θανατηφόρα δόση.

 

Τα μέλη της Ε.Ε. σε πορεία σύγκρουσης

 

Ωστόσο το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το ευρώ δημιούργησε συνθήκες παραγωγικής αποσύνθεσης της οικονομίας και δημοσιονομικής χρεοκοπίας. Βρίσκεται επίσης στο γεγονός ότι με το ευρώ και την Ε.Ε. η χώρα έχασε όλα εκείνα τα εργαλεία οικονομικής πολιτικής που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει μια ύφεση, και μάλιστα μια κρίση χρέους.

Σ’ αυτό έγκειται και το σημερινό αδιέξοδο της χώρας. Ειδικά σε μια περίοδο που η Ε.Ε. έχει μετατραπεί στο επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης. Αυτό πλέον είναι κοινό «μυστικό» σε όλους τους φορείς που παρακολουθούν την παγκόσμια οικονομία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τελευταία έκθεση «Trade and development report», 2010, της United Nations Conference on Trade and Development (ΟΗΕ), που δημοσιοποιήθηκε στις 14.9. Σ’ αυτήν επισημαίνεται ότι «η κρίση της Ευρώπης δηλώνει πως το σημερινό καθεστώς πολιτικής της Ευρωζώνης είναι πολύ πιθανό να μην μπορεί να διατηρηθεί και ότι οι ασυντόνιστες εθνικές πολιτικές των κρατών – μελών βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης.

Κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους η Ευρώπη είναι σήμερα το παγκόσμιο θερμό επίκεντρο της αστάθειας και της απόκλισης. Αφού ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παγκόσμια κρίση έχει τώρα επικεντρωθεί στην Ευρώπη και η περιφέρεια αυτή επιβραδύνει την παγκόσμια ανάκαμψη λόγω της σημασίας της στο παγκόσμιο εμπόριο». Ενδιαφέρον όμως έχει το τι εντοπίζει η συγκεκριμένη έκθεση ως προς τους παράγοντες που συντέλεσαν καθοριστικά στην ελληνική κρίση:

«Ως μέλος της Ευρωζώνης, η Ελλάδα έχει ουσιαστικά παραχωρήσει όλα τα μακροοικονομικά εργαλεία πολιτικής που εν δυνάμει θα μπορούσαν να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την παρούσα κρίση.

Πρώτον, λόγω των περιορισμών που επιβλήθηκαν από τις συνθήκες της Ε.Ε. και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως επίσης και τις ογκούμενες πιέσεις από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε δρακόντεια μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας – το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που ήταν δικαιολογημένο, δηλαδή μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, ενώ απαγορευόταν η παροχή οποιασδήποτε νομισματικής υποστήριξης στο ελληνικό δημόσιο ταμείο, η Κεντρική Τράπεζα της χώρας δεν είναι επίσης σε θέση να υποστηρίξει την οικονομία ή το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, δεν είναι πια δυνατή η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μέσα από την υποτίμηση της ονομαστικής αξίας του νομίσματός της. Αυτός ο τελευταίος περιορισμός θέτει την Ελλάδα σε ακόμα χειρότερη θέση από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες και τις αναδυόμενες αγορές που έχουν αντιμετωπίσει ανάλογες χρηματοπιστωτικές κρίσεις…

Όχι μόνο μια καθορισμένη διαδικασία υποτίμησης μισθών και τιμών είναι πολύ περισσότερο επίπονη από μια νομισματική υποτίμηση, αλλά ένα πρόσθετο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ οι τιμές και τα τρέχοντα εισοδήματα πέφτουν κατ’ αυτή τη διαδικασία, η αξία του χρέους… παραμένει αμετάβλητη, ώστε η πραγματική επιβάρυνση του χρέους να αυξάνεται».

Το γεγονός ότι εντός της ευρωζώνης και της Ε.Ε. η Ελλάδα βρίσκεται σε χειρότερη θέση από οποιαδήποτε άλλη χώρα του «Τρίτου Κόσμου» αντιμετώπισε κρίση χρέους ανάλογη με τη δική μας, έχει οδηγήσει στο σημερινό αδιέξοδο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την επιβολή του μνημονίου, που έτσι ή αλλιώς είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για την επίσημη πτώχευση της χώρας.

Η κατάσταση αυτή εξασφαλίζει ότι η χώρα θα παραμείνει έρμαιο των αγορών που πιέζουν διαρκώς για ελεγχόμενη πτώχευση και αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη δήμευση και ρευστοποίηση της χώρας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η πολιτική του μνημονίου προετοιμάζει νέες εξάρσεις του δανεισμού, ιδιωτικού και δημόσιου, μέσα από τη συρρίκνωση των εισοδημάτων, την εξαφάνιση των αποταμιεύσεων, την κρίση ρευστότητας των τραπεζών και του κράτους, αλλά και την ιδιωτικοποίηση των πάντων.

Μόνη λύση είναι να απαλλαγεί η χώρα από το μνημόνιο και την πολιτική του, ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Όμως η απαλλαγή από το μνημόνιο συνδέεται άμεσα και άρρηκτα με την απαλλαγή από τον βραχνά του δημόσιου χρέους. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν επιβληθεί εδώ και τώρα η μη αναγνώριση και η άρνηση του δημόσιου χρέους της χώρας.

Μαζί με την έξοδο από το ευρώ μπορεί να δοθεί πραγματικά η ευκαιρία να αντιμετωπιστεί η ύφεση και να αναταχθεί η οικονομία της χώρας προς όφελος του λαού της. Μόνο έτσι μπορούμε να ξεφύγουμε από τον φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας και θα πάψουμε να βρισκόμαστε στο έλεος των διεθνών αγορών.

 

 

* Ο Δημήτρης Καζάκης είναι οικονομολόγος – αναλυτής

 

 

ΠΗΓΗ: (ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ “Π” ΣΤΙΣ 23-09-10),  http://www.topontiki.gr/article/9906

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.